
Το GreedFall: The Dying World είναι από εκείνα τα RPG που σε κάνουν να θέλεις να το αγαπήσεις λίγο περισσότερο απ’ όσο τελικά το αξίζει. Ως prequel, επιχειρεί να διορθώσει αρκετές από τις αδυναμίες του πρώτου παιχνιδιού και σε αρκετά σημεία τα καταφέρνει εντυπωσιακά. Το νέο σύστημα μάχης, η πιο προσεγμένη σχεδίαση του κόσμου και η μεγαλύτερη έμφαση στην εξερεύνηση δείχνουν ότι η Spiders είχε ξεκάθαρο όραμα για το πού θέλει να πάει τη σειρά.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το όραμα δεν υλοποιείται πάντα με συνέπεια. Στιγμές εξαιρετικής αφήγησης και world-building συνυπάρχουν με κομμάτια που μοιάζουν βιαστικά ή ημιτελή. Έτσι, το παιχνίδι μοιάζει διαρκώς να ακροβατεί ανάμεσα σε ένα πραγματικά σπουδαίο RPG και σε ένα απλώς «καλό» παιχνίδι που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί όπως έπρεπε.
Μια ιστορία από την πλευρά των θυμάτων
Σε αντίθεση με το πρώτο παιχνίδι, εδώ αναλαμβάνουμε τον ρόλο του Vriden Gerr, ενός islander που προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου οι αποικιοκρατικές δυνάμεις βλέπουν τον λαό του ως πόρο ή εμπόρευμα. Αυτή η αλλαγή οπτικής αποδεικνύεται καθοριστική για την αφήγηση, επιτρέποντας στο παιχνίδι να εξερευνήσει βαθύτερα θέματα όπως η γενοκτονία, η αποικιοκρατία και οι συνέπειές τους στις κοινωνίες και στις ανθρώπινες σχέσεις.
Η σχέση του Vriden με τον παιδικό του φίλο Nílan αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα της ιστορίας. Ο Nílan επιλέγει τον δρόμο της εκδίκησης, ενώ ο Vriden προσπαθεί να κρατήσει μια πιο ψύχραιμη στάση απέναντι στον κόσμο που τους έχει προδώσει. Αυτή η σύγκρουση ιδεών λειτουργεί εξαιρετικά, αναδεικνύοντας πώς η καταπίεση διαλύει όχι μόνο κοινωνίες αλλά και προσωπικούς δεσμούς.
Σε αυτές τις στιγμές το παιχνίδι δείχνει το πραγματικό του μεγαλείο. Η αφήγηση δεν αποφεύγει την οργή των χαρακτήρων ούτε προσπαθεί να εξισώσει θύτες και θύματα. Αντίθετα, σέβεται τη συναισθηματική τους πραγματικότητα και χτίζει ένα κόσμο που συχνά θυμίζει τις καλύτερες στιγμές των RPG της σχολής της BioWare.
Quest design που δίνει πραγματικές επιλογές
Εκεί που το The Dying World λάμπει πραγματικά είναι στον σχεδιασμό των αποστολών. Πολλά παιχνίδια υπόσχονται πολλαπλούς τρόπους προσέγγισης ενός στόχου, αλλά συχνά περιορίζονται σε απλοϊκές επιλογές όπως «stealth ή μάχη». Εδώ όμως οι λύσεις είναι ουσιαστικά διαφορετικές και επηρεάζονται από τις δεξιότητες και τις επιλογές του παίκτη.
Η ύπαρξη skill checks, εναλλακτικών λύσεων και ακόμη και μεταμφιέσεων σε μεταγενέστερα στάδια προσθέτει βάθος στις επιλογές. Επιπλέον, οι companions προσφέρουν μπόνους σε δεξιότητες όπως Stealth, Craftsmanship και Survival, ενθαρρύνοντας τον παίκτη να σκέφτεται στρατηγικά ποιον θα πάρει μαζί του σε κάθε αποστολή.
Αυτή η φιλοσοφία σχεδιασμού θυμίζει τα κλασικά RPG όπου η δημιουργικότητα του παίκτη ήταν εξίσου σημαντική με τις μάχες. Και σε αυτές τις στιγμές, το παιχνίδι αποδεικνύει πόσο δυνατό μπορεί να γίνει το είδος όταν οι επιλογές έχουν πραγματικό βάρος.
Το σύστημα μάχης βασίζεται σε τακτική διαχείριση ομάδας, με τρεις βασικές προσεγγίσεις: Tactical, Hybrid και Focused. Η Tactical επιλογή δίνει πλήρη έλεγχο της ομάδας, επιτρέποντας παύση της μάχης για εντολές, χρήση skills και σωστή διαχείριση των action points. Η λογική θυμίζει έντονα τα παλιά party-based RPG, όπου η επιτυχία εξαρτάται από τον σωστό συνδυασμό ρόλων όπως tank, healer και damage dealer. Ο παίκτης μπορεί να δημιουργήσει ποικιλία builds επιλέγοντας μεταξύ διαφορετικών paths και επτά τύπων όπλων, από melee και μαγεία μέχρι τόξα και rifles.
Στη θεωρία το σύστημα είναι βαθύ και ευέλικτο. Στην πράξη όμως εμφανίζει αρκετά προβλήματα. Ο χειρισμός της κάμερας και του στόχου είναι συχνά ασταθής και η επιλογή στόχων γίνεται μερικές φορές απρόβλεπτη. Αυτές οι μικρές δυσλειτουργίες συσσωρεύονται και μετατρέπουν τις μάχες σε μια εμπειρία που άλλοτε λειτουργεί καλά και άλλοτε μοιάζει αδέξια.
Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και στη διαχείριση των skills και αντικειμένων, όπου η οργάνωση των action slots είναι πιο περίπλοκη από όσο θα έπρεπε. Σε ένα σύστημα που βασίζεται στη γρήγορη λήψη αποφάσεων, τέτοιες δυσκολίες γίνονται αισθητές.
Από τεχνικής πλευράς, το παιχνίδι προσφέρει επιλογές μεταξύ γραφικής ποιότητας και υψηλότερου frame rate. Η μουσική αποτελεί ακόμη ένα ισχυρό στοιχείο της εμπειρίας, αποτυπώνοντας τόσο την ατμόσφαιρα του Παλαιού Κόσμου όσο και τους πολιτισμικούς ήχους της Teer Fradee. Παράλληλα, η δημιουργία της φανταστικής γλώσσας Yecht Fradí, η οποία χρησιμοποιείται εκτενώς ειδικά στο πρόλογο, δείχνει το βάθος της δουλειάς που έγινε στο world-building.
Ένα RPG που δείχνει πόσο καλύτερο θα μπορούσε να είναι
Το GreedFall: The Dying World είναι γεμάτο στιγμές που αποκαλύπτουν τις πραγματικές δυνατότητες της σειράς. Όταν το σενάριο, οι χαρακτήρες και το gameplay ευθυγραμμίζονται, δημιουργείται ένα RPG που θυμίζει γιατί οι παίκτες αγαπούν τα μεγάλα story-driven παιχνίδια του είδους.
Όμως το τελικό αποτέλεσμα δεν καταφέρνει να διατηρήσει αυτή τη δυναμική μέχρι το τέλος. Η αίσθηση ενός project που βιάστηκε να ολοκληρωθεί είναι εμφανής, αφήνοντας αρκετές ιδέες ημιτελείς. Το παιχνίδι παραμένει διασκεδαστικό και αξιόλογο, αλλά δεν φτάνει στο επίπεδο που θα μπορούσε να φτάσει.

Ακολουθήστε το XplayGR στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις εξελίξεις από τον χώρο του gaming και της ψυχαγωγίας.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις στο XplayGR.com.
































