Το Δια Πυρός και Σιδήρου του Netflix προσπαθεί να μετατρέψει το γνώριμο θρίλερ εκδίκησης σε δράμα τραύματος και πένθους.
Η πρόθεση φαίνεται από την αρχή, όταν ο John Creasy δεν παρουσιάζεται ως αλάνθαστη πολεμική μηχανή, αλλά ως άνθρωπος διαλυμένος από το παρελθόν του, που κουβαλά ενοχή, μετατραυματικό στρες και εσωτερική φθορά.
Η σειρά θέλει να δώσει βάρος σε αυτή τη διαδρομή, όμως το πρόβλημα είναι ότι ο βασικός της μηχανισμός παραμένει αυτός μιας υπερβολικής ταινίας δράσης, όπου ο ήρωας νικάει στρατούς σχεδόν μόνος του.
Αυτή η σύγκρουση δεν είναι θεωρητική – τη νιώθεις σχεδόν σε κάθε επεισόδιο. Από τη μία, η σειρά ζητά να δεις τον Creasy ως τραυματισμένο άντρα που ζει μέσα στην ενοχή. Από την άλλη, επιμένει να τον ρίχνει σε αποστολές και σκηνές που μοιάζουν φτιαγμένες για πιο ελαφρύ, πιο κυνικό, πιο “ας περάσουμε καλά” είδος.
Ένας διαφορετικός από τη ταινία Creasy
Η νέα εκδοχή της ιστορίας αλλάζει μερικά βασικά στοιχεία, αλλά κρατά τον γνώριμο σκελετό: ένας άντρας με βίαιο παρελθόν δένεται με μια νεότερη παρουσία που του ξυπνά ξανά την ανάγκη να προστατεύσει κάποιον, και όταν η καταστροφή έρχεται, ξεκινά η πορεία της εκδίκησης.
Στη σειρά, ο Creasy δεν είναι πια μεθυσμένος μισθοφόρος αλλά πρώην μέλος των ειδικών δυνάμεων, σημαδεμένος από μια αποστολή που πήγε τραγικά λάθος. Είναι άνεργος, μόνος και τόσο βυθισμένος στην οδύνη ώστε πολύ νωρίς τον βλέπουμε να φτάνει στην απόπειρα αυτοκτονίας.
Η Poe, η κόρη του φίλου και παλιού συναδέλφου του, είναι το πρόσωπο που του δίνει ξανά ένα λόγο να σταθεί όρθιος. Η σειρά επιλέγει να την παρουσιάσει ως νεαρή γυναίκα και όχι ως παιδί, κάτι που αλλάζει τον συναισθηματικό τόνο της σχέσης τους. Δεν πρόκειται τόσο για κλασική πατρική αντικατάσταση, όσο για έναν δεσμό ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που προσπαθούν να σταθούν μέσα στην απώλεια.
Ο Yahya Abdul-Mateen II ξεχωρίζει
Ο Yahya Abdul-Mateen II είναι ο βασικός λόγος που η σειρά βλέπεται με σταθερό ενδιαφέρον. Έχει όγκο, έλεγχο και μια κίνηση που δεν χρειάζεται επίδειξη για να πείσει ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει οποιονδήποτε σε μια μάχη σώμα με σώμα.
Το πιο χρήσιμο στοιχείο της ερμηνείας του, όμως, ίσως είναι ότι ο ηθοποιός παίζει τον Creasy σαν άντρα που έχει ήδη χαθεί μέσα σε όσα έχει κάνει και όσα δεν μπόρεσε να αποτρέψει.
Στις ήρεμες σκηνές αυτό φαίνεται καθαρά. Ο Abdul-Mateen αφήνει την ένταση να δουλέψει στο πρόσωπο, στη στάση, στην αίσθηση ότι ο ήρωας κρατιέται με κόπο. Δεν προσπαθεί να γίνει μυστηριώδης, ούτε να πουλήσει “σκοτάδι” με βαρύ ύφος. Δείχνει την εξάντληση, την ενοχή, την καταπίεση.
Αυτή η προσέγγιση δίνει ουσία σε διαλόγους που θα ακούγονταν σαν τυπική ψυχολογική επένδυση πριν από την επόμενη έκρηξη.
Η βία και το θέαμα
Το Δια Πυρός και Σιδήρου είναι πολύ πιο αποτελεσματικό στις σκηνές όπου η βία αντιμετωπίζεται ως εργαλείο τρόμου. Υπάρχουν ανακρίσεις και στιγμές εκφοβισμού όπου καταλαβαίνεις αμέσως ότι ο Creasy είναι άνθρωπος που μπορεί να περάσει κάθε γραμμή.
Μια σκηνή με έναν δεμένο κακοποιό και μια μπαταρία αυτοκινήτου είναι από τις λίγες φορές που η σειρά πετυχαίνει ακριβώς το συναίσθημα που κυνηγά: σε κάνει να σφίγγεσαι επειδή η βία δεν μοιάζει ηρωική, αλλά βρόμικη και προσωπική.
Όταν όμως έρχεται η ώρα για τις μεγάλες σκηνές δράσης, η σειρά αρχίζει να χάνει την ισορροπία της. Ο Creasy εξακολουθεί να κάνει πράγματα που ανήκουν στον κόσμο της υπερβολής επιβιώνοντας από σχεδόν αδύνατες επιθέσεις, εισβάλλοντας σε χώρους που υποτίθεται ότι είναι απροσπέλαστοι και ξεπερνά καταστάσεις που κανονικά θα συνέτριβαν τον οποιονδήποτε.
Οι σύμμαχοι μοιάζουν να έχουν έρθει από άλλη σειρά
Καθώς η αποστολή απλώνεται από τις φαβέλες του Ρίο μέχρι τους προστατευμένους χώρους των πραγματικών αφεντικών, ο Creasy αποκτά δίπλα του μια ομάδα αλλόκοτων συμμάχων. Θεωρητικά, αυτοί οι χαρακτήρες θα έπρεπε να ανοίγουν τον κόσμο της σειράς και να προσθέτουν τριβές, εναλλακτικές μεθόδους, άλλες φωνές. Στην πράξη μοιάζουν να ανήκουν σε πιο ανάλαφρη σειρά, μόνο που εδώ κανείς δεν επιτρέπεται να χαμογελάσει.
Οι δεξιότητές τους παραμένουν συχνά ασαφείς και η χρησιμότητά τους αλλάζει ανάλογα με το τι χρειάζεται κάθε σκηνή. Έτσι, όσο η πλοκή τούς σπρώχνει να σπάνε φυλακές υψίστης ασφαλείας ή να κινούνται μέσα σε χώρους που θα έπρεπε να είναι απρόσιτοι, τόσο πιο έντονα φαίνεται η σεναριακή κατασκευή.
Η μεγαλύτερη αδυναμία του Δια Πυρός και Σιδήρου είναι ότι αντιμετωπίζει τη σκοτεινή διάθεση σαν εγγύηση σοβαρότητας. Το βάρος, όμως, δεν προκύπτει επειδή οι χαρακτήρες μιλούν αργά, κοιτούν σκυθρωπά και κινούνται μέσα σε πένθος. Προκύπτει όταν το σενάριο ξέρει τι απαιτεί από αυτούς και τι κόστος έχει κάθε βήμα. Η σειρά το πετυχαίνει σποραδικά στις προσωπικές σκηνές του Creasy και στις στιγμές ωμής βίας. Το χάνει σχεδόν κάθε φορά που πρέπει να στηρίξει τη μεγάλη κατασκευή του μύθου της.
Αυτός είναι και ο λόγος που το τελικό αποτέλεσμα αφήνει διπλή εντύπωση. Υπάρχει ένας πρωταγωνιστής που κάνει πολύ καλή δουλειά, υπάρχουν σκηνές που πιάνουν νεύρο και υπάρχει μια ειλικρινής προσπάθεια να δοθεί μεγαλύτερο ψυχικό βάθος σε ένα φθαρμένο αφήγημα εκδίκησης. Ταυτόχρονα, η σειρά δεν βρίσκει ποτέ τον τρόπο να συμφιλιώσει το τραύμα με την υπερβολή.
Κάθε φορά που πλησιάζει κάτι ουσιαστικό, η πλοκή την τραβά πίσω στο γνώριμο τηλεοπτικό σκηνικό ενός ασταμάτητου τιμωρού.

Ακολουθήστε το XplayGR στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις εξελίξεις από τον χώρο του gaming και της ψυχαγωγίας.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις στο XplayGR.com.
































