Ένα παιδί από το Denver που μεγάλωσε με Hitchcock, μια καριέρα στα music videos που τον έκανε μάστορα του frame και μια πρώτη ταινία που κόντεψε να τον καταστρέψει. Οι ηθοποιοί τον αγαπούν και τον μισούν ταυτόχρονα. Τα στούντιο τον σέβονται και τον φοβούνται. Και τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους.
Στο Face to Face, το xplaygr.com παρουσιάζει τους δημιουργούς, τους ηγέτες και τους οραματιστές της βιομηχανίας για να φωτίσει τις ιστορίες, τα κίνητρα και τις στιγμές που τους καθόρισαν.
Κάθε κείμενο είναι μια συνάντηση. Μια ματιά πίσω από την επιτυχία. Ένα βλέμμα πρόσωπο με πρόσωπο με όσους διαμόρφωσαν τον σύγχρονο πολιτισμό του gaming, της τεχνολογίας, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.
Από τα μουσικά βίντεο στο Hollywood
Ο David Andrew Leo Fincher γεννήθηκε στο Denver και μεγάλωσε στην Καλιφόρνια. Από παιδί γύριζε μικρά φιλμ με την Super 8 κάμερα του πατέρα του, μαθαίνοντας να αφηγείται με εικόνες πριν μάθει να γράφει σενάρια. Χωρίς πανεπιστημιακές σπουδές, μπήκε νωρίς στην Industrial Light & Magic και εργάστηκε σε παραγωγές όπως το Return of the Jedi και το Indiana Jones and the Temple of Doom.
Το 1984 ίδρυσε την Propaganda Films, ένα στούντιο που έγινε φυτώριο για το νέο κύμα των music video directors.
Μεταξύ Madonna, Rolling Stones, Aerosmith και Michael Jackson, ο Fincher καθιέρωσε στυλ: σκοτεινό, προσεκτικά φωτισμένο, γεμάτο συμμετρίες. Τα βίντεο για το Vogue και το Express Yourself έδειχναν ότι μπορούσε να σκηνοθετεί κινηματογραφικά μέσα σε τρία λεπτά. Οι διαφημίσεις του για Nike και Levi’s ήταν μικρές ιστορίες με χαρακτήρα, ρυθμό και ατμόσφαιρα. Όλα έδειχναν πως αυτός ο άνθρωπος έβλεπε τον φακό σαν εργαλείο ελέγχου.
Η πρώτη του ταινία, το Alien 3, ήταν η σύγκρουση με το σύστημα. Ένα studio project που κατέρρευσε μέσα σε συνεχείς παρεμβάσεις και ξαναγραμμένα σενάρια.
Ο Fincher βγήκε τραυματισμένος αλλά όχι ηττημένος. Έμαθε τι σημαίνει να χάνεις τον έλεγχο και ορκίστηκε να μην το ξαναζήσει. Από εκεί και μετά, κάθε ταινία του θα ήταν προσωπική ακόμη κι αν την πλήρωνε ένα στούντιο.
Το σκοτάδι του Fincher
Η λύτρωση ήρθε με το Se7en. Η πόλη χωρίς ήλιο, η βροχή που δεν σταματά, η απελπισία που απλώνεται σε κάθε καρέ. Ο Fincher γύρισε ένα θρίλερ που δεν ήταν απλώς ιστορία δολοφονιών αλλά μελέτη αμαρτίας και ηθικής. Αρνήθηκε να αλλάξει το φινάλε, κράτησε το κεφάλι στο κουτί και μαζί κέρδισε το δικαίωμα να κάνει σινεμά όπως θέλει. Το αποτέλεσμα ήταν κάτι περισσότερο από επιτυχία: ήταν δήλωση ύφους.
Το Fight Club τον εδραίωσε ως σκηνοθέτη που δεν ακολουθεί κανέναν κανόνα.
Μια για την ταυτότητα, την ανδρική αγωνία και τον καταναλωτισμό, που απορρίφθηκε όταν κυκλοφόρησε αλλά αναγεννήθηκε μέσα από το DVD. Η αισθητική, το μοντάζ, η ειρωνεία, το twist: όλα έδειχναν έναν δημιουργό που δεν κυνηγά το “τώρα”, αλλά το “για πάντα”.
Για τον Fincher, η αποδοχή της στιγμής δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να αντέχει το καρέ στο χρόνο.
Η εποχή της ακρίβειας
Το Zodiac ήταν η επιτομή της εμμονής του: ψηφιακή τελειότητα, άπειρα takes, υπολογισμένο κάθε κάδρο.
Ο Fincher άφησε το φιλμ πίσω του και έδειξε πώς το ψηφιακό μπορεί να γίνει εργαλείο ελέγχου και όχι απλώς τεχνολογικό κόλπο. Κάθε σκηνή ήταν μια μελέτη χρόνου και υπομονής, μια ανατομία της εμμονής με τη λεπτομέρεια.
Με το The Social Network πήρε μια ιστορία για nerds και την έκανε τραγωδία εξουσίας. Ο ρυθμός του Aaron Sorkin, η ψυχρότητα του Fincher και η μουσική των Trent Reznor και Atticus Ross δημιούργησαν κάτι σπάνιο.
Το Gone Girl απέδειξε ότι μπορεί να είναι mainstream χωρίς να θυσιάσει τίποτα — ένα σκοτεινό ψυχολογικό παιχνίδι για την εικόνα και την εξαπάτηση. Στο Netflix βρήκε νέο χώρο δράσης, χωρίς τη σκιά του στούντιο.
Το Mindhunter ήταν μάθημα σκηνοθετικής πειθαρχίας: αργό, κλινικό, απολύτως ελεγχόμενο. Το Mank ήταν επιστροφή στο παρελθόν, ένα ασπρόμαυρο πορτρέτο για το Hollywood και τη ματαιότητα της δημιουργίας. Και το The Killer θύμισε πως όταν θέλει, μπορεί να αφαιρέσει τα πάντα και να μείνει μόνο με την κίνηση, τον ρυθμό και το βλέμμα.
Για τον Fincher, η απλότητα είναι απλώς άλλη μια μορφή ελέγχου.
Ο τελειομανής που δεν σταματά να ψάχνει το τέλειο
Ο Fincher δεν είναι σκηνοθέτης που παράγει πολλά. Είναι εκείνος που παράγει μόνο ό,τι αντέχει την εμμονή του. Σε κάθε έργο του, η ακρίβεια γίνεται ύφος και η εμμονή γίνεται αφήγηση.
Οι χαρακτήρες του ζουν σε κόσμους τόσο ψυχρούς και καθαρούς που μοιάζουν χειρουργικοί. Και κάθε λάθος, κάθε ρωγμή, γίνεται μέρος του σχεδίου. Το σινεμά του σε κρατά σε απόσταση, για να σε αναγκάσει να παρατηρήσεις.
Ο κόσμος του είναι γεμάτος ψυχαναγκασμό, έλεγχο και ανάλυση. Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται και η γοητεία του: στο να δείχνει ότι το σινεμά μπορεί να είναι μηχανή τελειότητας χωρίς να χάσει την ψυχή του.
Ακολουθήστε το XplayGR στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις εξελίξεις από τον χώρο του gaming και της ψυχαγωγίας.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις στο XplayGR.com.

































