Με την Οδύσσεια (The Odyssey), ο Κρίστοφερ Νόλαν επιχειρεί να μεταφέρει το ομηρικό έπος στη μεγάλη οθόνη ως μια πληθωρική, σκοτεινή και τεχνικά επιβλητική περιπέτεια.
Με μια ματιά
- Η ταινία διατηρεί τον βασικό κορμό του ομηρικού έπους, αλλά αλλάζει τη σειρά γεγονότων και συμπτύσσει χαρακτήρες.
- Ο Ματ Ντέιμον ερμηνεύει έναν εξαντλημένο Οδυσσέα, στοιχειωμένο από τον Τρωικό Πόλεμο.
- Η εντυπωσιακή εικόνα, οι ερμηνείες και η ένταση της τελευταίας πράξης αναδεικνύουν τη φιλοδοξία της παραγωγής.
Η ταινία αντιμετωπίζει το αρχικό κείμενο με σεβασμό, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια κατά γράμμα διασκευή, και παρουσιάζει τον νόστο του Οδυσσέα όχι ως ένδοξη πορεία ενός ήρωα, αλλά ως το ταξίδι ενός ανθρώπου που έχει χάσει την ταυτότητά του και κουβαλά το βάρος ενός καταστροφικού πολέμου.
Η βασική ιστορία παραμένει αναγνωρίσιμη. Μετά την πτώση της Τροίας, με το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου, ο βασιλιάς της Ιθάκης, Οδυσσέας, ξεκινά μαζί με τους άνδρες του το ταξίδι της επιστροφής. Στον δρόμο τους συναντούν τον Κύκλωπα Πολύφημο, την Κίρκη, τις Σειρήνες, το βασίλειο των νεκρών και άλλα πλάσματα, ενώ στην Ιθάκη η Πηνελόπη και ο Τηλέμαχος προσπαθούν να κρατήσουν μακριά από τον θρόνο τους μνηστήρες που διεκδικούν την εξουσία.
Ο Νόλαν αφαιρεί επιμέρους ιστορίες, συνδυάζει χαρακτήρες και μετακινεί γεγονότα, χωρίς να αλλοιώνει τον κεντρικό άξονα της αφήγησης. Από τη διασκευή απουσιάζουν, μεταξύ άλλων, η Ναυσικά και το νησί των Φαιάκων, ενώ η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη παρουσιάζεται διαφορετικά. Οι αλλαγές εξυπηρετούν τη διάρκεια των περίπου δύο ωρών και 45 λεπτών και εντάσσονται σε μια κινηματογραφική δομή που θυμίζει προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη.
Ένας Οδυσσέας χωρίς λάμψη
Ο Ματ Ντέιμον ερμηνεύει τον Οδυσσέα λιγομίλητο, καταβεβλημένο και βυθισμένο στις αναμνήσεις του Τρωικού Πολέμου. Το πρόσωπό του παραμένει σκεπτικό και ταλαιπωρημένο, καθώς ο ήρωας προσπαθεί να κατανοήσει τον ρόλο του στην καταστροφή μιας ολόκληρης πόλης και να βρει ξανά τον δρόμο προς την οικογένειά του.
Ο Ντέιμον πείθει ως ένας εξουθενωμένος βασιλιάς που λαχταρά την επιστροφή αλλά φοβάται όσα μπορεί να βρει στην πατρίδα και μέσα στον ίδιο του τον εαυτό.
Για αυτό, συνειδητά, οι σκηνές μέσα στην Τροία αποφεύγουν κάθε εξιδανίκευση. Οι σφαγές και οι δολοφονίες αμάχων παρουσιάζονται ως αποκρουστικές πράξεις και όχι ως κατορθώματα. Η ταινία αμφισβητεί ανοιχτά την εικόνα των ένδοξων νικητών, μετατρέποντας τον πόλεμο σε πηγή ενοχής με την σύνδεση με το Οπενχάιμερ να είναι σαφής: οι αποφάσεις ενός ανθρώπου απελευθερώνουν δυνάμεις καταστροφής που τον ξεπερνούν.
Το υπόλοιπο καστ κάνει εξίσου καλή δουλειά. Ο Τομ Χόλαντ αποδίδει την πορεία του Τηλέμαχου από την αβεβαιότητα προς το θάρρος, ενώ ο Ρόμπερτ Πάτινσον αποκαλύπτει σταδιακά τη δειλία και την πανουργία του Αντίνοου.
Η Αν Χάθαγουεϊ ξεχωρίζει ως Πηνελόπη, ισορροπώντας ανάμεσα στην αγάπη για τον σύζυγο και τον γιο της, την πολιτική της ευφυΐα και την αποφασιστικότητά της να προστατεύσει τον οίκο της. Η Σαμάνθα Μόρτον και ο Τζον Λεγκουιζάμο ενισχύουν το καστ σε βασικούς δεύτερους ρόλους, ενώ η Ζεντάγια υποδύεται την Αθηνά και η Σαρλίζ Θερόν την Καλυψώ.
Η ωραία Ελένη
Η πολυσυζητημένη παρουσία της Λουπίτα Νιόνγκο ως Ωραίας Ελένης είναι πολύ σύντομη και δεν επηρεάζει ουσιαστικά την αφήγηση. Αντίστοιχα περιορισμένος είναι ο ρόλος του Έλιοτ Πέιτζ ως Σίνωνα, αν και ο χαρακτήρας του συνδέεται με ένα κρίσιμο σημείο της πλοκής. Περισσότερο αποσυντονιστική αποδεικνύεται κατά στιγμές η χρήση σημερινών εκφράσεων μέσα στον αρχαίο κόσμο.
Η ιστορία ξεκινά με τον θρόνο της Ιθάκης να βρίσκεται υπό διεκδίκηση και τον Οδυσσέα απομονωμένο στο νησί της Καλυψώς, χωρίς τη μνήμη του πολέμου και της οικογένειάς του. Με τη βοήθεια της Αθηνάς, οι αναμνήσεις επιστρέφουν σταδιακά, ενώ διαφορετικά πρόσωπα συμπληρώνουν τα κενά της ιστορίας. Η χρονική σειρά διαλύεται και η ταινία μετακινείται από την Ιθάκη στην Τροία και από το νησί της Κίρκης στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη.
Αυτή η δομή αποτελεί ταυτόχρονα δύναμη και αδυναμία. Η διαχείριση του χρόνου είναι σύνθετη και οι διαφορετικές γραμμές ενώνονται τελικά σε ένα συμπαγές σύνολο, όμως στην αρχή η συνεχής εισαγωγή χαρακτήρων, σχέσεων και χρονικών μεταβάσεων δυσκολεύει τον θεατή. Το πρώτο μισό έχει έντονα επεισοδιακό χαρακτήρα, με το πλήρωμα να περνά γρήγορα από το ένα νησί και τον έναν κίνδυνο στον επόμενο, χωρίς όλες οι περιπέτειες να αποκτούν τον χώρο που χρειάζονται.
Παρόλα αυτά, η τρίτη πράξη είναι το ισχυρότερο τμήμα της Οδύσσειας. Καθώς ο Οδυσσέας θυμάται πλήρως τη φρίκη του πολέμου και πλησιάζει στην τελευταία του σύγκρουση, η ανθρώπινη προδοσία αντικαθιστά τα μυθικά τέρατα ως βασική απειλή. Η ένταση κορυφώνεται σε ένα σκοτεινό και αμείλικτο φινάλε, όπου ο νόστος παύει να αποτελεί απλώς επιστροφή στην Ιθάκη και μετατρέπεται σε αναμέτρηση με τις συνέπειες μιας ζωής σημαδεμένης από τη βία.
Εντυπωσιακή παραγωγή
Ακόμη και όταν ο ρυθμός παρουσιάζει προβλήματα, οι επιμέρους σκηνές διατηρούν την έντασή τους. Η συνάντηση με τον Πολύφημο και η παρουσία της μυστηριώδους Κίρκης, η οποία μετατρέπει τους άνδρες του Οδυσσέα σε γουρούνια, αγγίζουν τα όρια του τρόμου. Το πέρασμα από τις Σειρήνες λειτουργεί διαφορετικά: ο δεμένος στο κατάρτι Οδυσσέας είναι ο μόνος που ακούει το τραγούδι τους και η βασανισμένη αντίδρασή του αποκαλύπτει στους συντρόφους του τη δύναμή του.
Όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατά χωρίς μια εκπληκτική παραγωγή. Η φωτογραφία του Χόιτε βαν Χόιτεμα, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα οπτικά εφέ δημιουργούν έναν συνεκτικό αρχαίο κόσμο, από το εκτυφλωτικό φως μέχρι την ομίχλη και τις σκοτεινές σκηνές που φωτίζονται από δάδες. Η κινηματογράφηση σε IMAX προσφέρει υψηλό επίπεδο λεπτομέρειας, ενώ η μουσική του Λούντβιχ Γιόρανσον συνδυάζει την αίσθηση αρχαίας μπαλάντας με βαρείς, σχεδόν τελετουργικούς ρυθμούς.

Ακολουθήστε το XplayGR στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις εξελίξεις από τον χώρο του gaming και της ψυχαγωγίας.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις στο XplayGR.com.
































