Evan Spiegel – Ένας άνθρωπος που ήθελε να κάνει το internet να ξεχνά

Ένας φοιτητής από το Stanford που ήθελε να επανασχεδιάσει την επικοινωνία, μια εφαρμογή που υποσχόταν να σβήνει ό,τι ανεβάζεις και μια ιδέα που έδειξε ότι το internet δεν χρειάζεται να είναι μόνιμο για να έχει σημασία. Ο Evan Spiegel δεν ήθελε να φτιάξει το επόμενο Facebook. Ήθελε να καταστρέψει τη λογική του. Το Snapchat γεννήθηκε από την απόρριψη της μονιμότητας, της δημόσιας εικόνας, του “για πάντα”. Και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε μια από τις πιο επιδραστικές πλατφόρμες της γενιάς του. Ο Spiegel είναι ο άνθρωπος που έκανε το διαδίκτυο να ξεχάσει, επίτηδες.
Στο Face to Face, το xplaygr.com παρουσιάζει τους δημιουργούς, τους ηγέτες και τους οραματιστές της βιομηχανίας για να φωτίσει τις ιστορίες, τα κίνητρα και τις στιγμές που τους καθόρισαν.
Κάθε κείμενο είναι μια συνάντηση. Μια ματιά πίσω από την επιτυχία. Ένα βλέμμα πρόσωπο με πρόσωπο με όσους διαμόρφωσαν τον σύγχρονο πολιτισμό του gaming, της τεχνολογίας, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.
Από τα μαθήματα design στο πιο δημοφιλές app του πλανήτη
Ο Evan Thomas Spiegel μεγάλωσε στη Santa Monica, παιδί δύο δικηγόρων που πίστευαν στη σταθερότητα, όχι στα ρίσκα. Ο ίδιος ήθελε το αντίθετο. Στο Stanford σπούδασε product design, εκεί όπου κάθε ιδέα έπρεπε να λύνει ένα πραγματικό πρόβλημα.
Το 2011, σε ένα μάθημα επιχειρηματικότητας, παρουσίασε μια ιδέα που φάνηκε παράλογη: μια εφαρμογή που θα έσβηνε αυτόματα τις φωτογραφίες μετά την αποστολή. Οι συμφοιτητές του γέλασαν. Ο Spiegel απλώς είπε: “Οι άνθρωποι δεν θέλουν να κρατούν τα πάντα. Θέλουν να τα ζήσουν.”
Μαζί με τους Bobby Murphy και Reggie Brown δημιούργησαν το Picaboo, που σύντομα μετονομάστηκε σε Snapchat. Οι πρώτοι χρήστες ήταν έφηβοι, που βαρέθηκαν το Facebook των γονιών τους. Το Snapchat έσπασε τον κανόνα: δεν είχε likes, δεν είχε δημόσια προφίλ, δεν είχε μνήμη. Η επιτυχία του δεν βασίστηκε σε φίλτρα ή εφέ, αλλά στο συναίσθημα του εφήμερου.
Μέχρι το τέλος του 2012, εκατομμύρια φωτογραφίες στέλνονταν και χάνονταν κάθε μέρα. Το διαδίκτυο, για πρώτη φορά, άρχισε να ξεχνάει.
Η προσφορά του Zuckerberg και η απόρριψη
Το 2013, το Snapchat βρισκόταν στα χέρια τριών εικοσάχρονων που δεν είχαν καν ολοκληρώσει το πανεπιστήμιο. Ο Mark Zuckerberg τους προσέγγισε με μια πρόταση εξαγοράς: τρία δισεκατομμύρια δολάρια σε μετρητά. Ο Spiegel δεν σκέφτηκε πολύ. Αρνήθηκε. “Δεν χτίζεις κάτι για να το πουλήσεις, το χτίζεις για να υπάρχει,” είπε τότε.
Η απόφασή του προκάλεσε σοκ στη βιομηχανία. Οι επενδυτές τον θεώρησαν αλαζόνα. Οι χρήστες τον θεοποίησαν.
Αντί να πουλήσει, ο Spiegel διπλασίασε το στοίχημα. Πρόσθεσε το χαρακτηριστικό Stories, που επέτρεπε στους χρήστες να ανεβάζουν φωτογραφίες και βίντεο που διαρκούσαν 24 ώρες. Ήταν μια μικρή ιδέα που έγινε πολιτισμικό φαινόμενο.
Το Instagram και το Facebook την αντέγραψαν σχεδόν αμέσως. Ο Spiegel δεν αντέδρασε. Ήξερε ότι το Snapchat δεν ήταν απλώς ένα προϊόν. Ήταν τρόπος επικοινωνίας. Και αυτό δεν μπορούσε να αντιγραφεί τόσο εύκολα.
Η κρίση, η Kylie Jenner και η επιβίωση
Το 2017, το Snapchat έγινε δημόσια εταιρεία. Η αποτίμησή του άγγιξε τα 24 δισεκατομμύρια δολάρια. Όμως, το 2018, ένα redesign που άλλαξε το interface προκάλεσε μαζική δυσαρέσκεια. Η Kylie Jenner, η πιο δημοφιλής influencer της εποχής, έκανε ένα tweet λέγοντας ότι δεν χρησιμοποιεί πια το Snapchat. Μέσα σε μία μέρα, η μετοχή έχασε 1.3 δισεκατομμύρια δολάρια. Ήταν η στιγμή που κάθε CEO θα πανικοβαλλόταν.
Ο Spiegel δεν το έκανε. Αντί να ζητήσει συγγνώμη, εξήγησε. Το redesign, είπε, ήταν αναγκαίο για να μπορέσει η εφαρμογή να αναπτυχθεί. Είχε δίκιο. Ένα χρόνο αργότερα, η βάση χρηστών όχι μόνο επανήλθε αλλά και αυξήθηκε.
Η στάση του Spiegel έδειξε κάτι σπάνιο για την τεχνολογία: υπομονή. Δεν ήθελε να εντυπωσιάζει, ήθελε να αντέχει. Ενώ άλλοι ιδρυτές κυνηγούσαν το hype, εκείνος συνέχισε να χτίζει σταθερά. Το Snapchat έγινε το μοναδικό κοινωνικό δίκτυο που διατήρησε τη δημοτικότητά του στη Gen Z χωρίς να στηρίζεται στην αντιγραφή ή στη διαφήμιση. Αντίθετα, βασίστηκε σε σχέσεις. Στο μήνυμα μεταξύ δύο ανθρώπων που ξέρουν ότι δεν θα σωθεί πουθενά.
Ο Spiegel βλέπει τον εαυτό του περισσότερο ως σχεδιαστή παρά ως επιχειρηματία. Το γραφείο του είναι γεμάτο πρωτότυπα hardware, sketches, κάμερες και AR prototypes. Πιστεύει ότι η τεχνολογία δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από δεδομένα αλλά να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν. Γι’ αυτό και το Snap έμεινε προσηλωμένο σε προϊόντα όπως τα Spectacles και τα Lenses — πειράματα πάνω στο πώς η επαυξημένη πραγματικότητα μπορεί να ενσωματωθεί φυσικά στην καθημερινότητα. Ο Spiegel δεν βλέπει το AR σαν παιχνίδι αλλά σαν τον επόμενο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο, όχι μέσα από οθόνη αλλά μέσα από εμπειρία.
Το Snap δεν έγινε ποτέ το “μεγάλο δίκτυο” που περίμεναν οι επενδυτές. Δεν έφτασε τα μεγέθη του Facebook ή του TikTok. Όμως έφτιαξε κάτι που κανένα από τα δύο δεν μπόρεσε να αναπαράγει: εμπιστοσύνη. Στις έρευνες, οι χρήστες χαρακτηρίζουν το Snapchat “τον πιο προσωπικό τρόπο επικοινωνίας online”. Κι αυτό είναι ακριβώς αυτό που ήθελε ο Spiegel.
Όχι μια πλατφόρμα για να δείχνεις, αλλά για να μοιράζεσαι.
Η ζωή εκτός Silicon Valley
Ο Spiegel δεν ζει με τον τρόπο που θα περίμενες από έναν τεχνολογικό δισεκατομμυριούχο. Δεν συχνάζει σε panels, δεν κάνει tweets για το μέλλον της ανθρωπότητας. Ζει στο Los Angeles με τη σύζυγό του, τη Miranda Kerr, και τα παιδιά τους. Μιλά σπάνια δημόσια και ακόμα πιο σπάνια για την προσωπική του ζωή.
Όταν το κάνει, τονίζει τη σημασία του χρόνου εκτός οθόνης. Λέει ότι οι συζητήσεις του με τη Miranda για σχεδιασμό, μόδα και τέχνη είναι το αντίβαρο στην ταχύτητα της τεχνολογίας.
Σε συνεντεύξεις, μιλάει με μια λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται στη Silicon Valley: “taste”. Η αισθητική, λέει, είναι ο μόνος τρόπος να φτιάξεις τεχνολογία που να αντέχει στον χρόνο. Δεν είναι τυχαίο ότι το Snapchat ήταν πάντα προσεγμένο οπτικά — από το χρώμα του λευκού φαντάσματος μέχρι τα καθαρά interfaces και τη λεπτή, σχεδόν παιχνιδιάρικη γραμματοσειρά.
Το Snap δεν μοιάζει με τις άλλες εφαρμογές γιατί δεν θέλει να μοιάζει. Και ο Spiegel δεν μοιάζει με τους άλλους ιδρυτές γιατί δεν θέλει να είναι ορατός.
Η ιδέα που άλλαξε το πώς θυμόμαστε
Δεκατρία χρόνια μετά τη δημιουργία του, το Snapchat δεν είναι απλώς μια εφαρμογή ανταλλαγής φωτογραφιών. Είναι ένα σχόλιο πάνω στην εποχή του. Το να μπορείς να στείλεις κάτι που θα εξαφανιστεί ήταν ριζοσπαστικό το 2011. Σήμερα, είναι ανακουφιστικό. Σε έναν κόσμο που καταγράφει τα πάντα, το δικαίωμα να ξεχνάς είναι ελευθερία.
Ο Evan Spiegel δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο που στέλνουμε φωτογραφίες. Άλλαξε τη φιλοσοφία του internet. Το έκανε λιγότερο μουσείο και περισσότερο συνομιλία. Μας έμαθε ότι δεν χρειάζεται κάθε στιγμή να κρατάει για πάντα για να έχει σημασία. Κάποιες στιγμές αξίζουν ακριβώς επειδή χάνονται.
Ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο του κατόρθωμα: όχι ότι δημιούργησε μια επιχείρηση δισεκατομμυρίων, αλλά ότι άλλαξε τη σχέση μας με τη μνήμη. Ο Evan Spiegel έδειξε ότι το διαδίκτυο δεν χρειάζεται να θυμάται τα πάντα για να είναι ζωντανό. Μερικές φορές, το πιο ανθρώπινο πράγμα που μπορεί να κάνει μια εφαρμογή, είναι να ξεχνά.
Έλα στην παρέα μας στο Discord
Νέα, κυκλοφορίες και συζήτηση για gaming, ταινίες, σειρές και τεχνολογία!





