Το The Mandalorian and Grogu μοιάζει από το πρώτο του λεπτό με ταινία που ήθελε να βγει από τα όρια της τηλεόρασης και να σταθεί στη μεγάλη οθόνη.
Ο Jon Favreau δεν κυνηγά το γυαλισμένο, απρόσωπο θέαμα που έχει γίνει σχεδόν υποχρεωτικό στα σύγχρονα blockbusters. Γυρίζει προς κάτι πιο φθαρμένο, πιο χειροπιαστό, πιο βρόμικο.
Η ταινία ακολουθεί τον Din Djarin και τον Grogu σε μια αποστολή διάσωσης του Rotta the Hutt για λογαριασμό της New Republic, κρατώντας την πλοκή σε καθαρή, σχεδόν παλιομοδίτικη τροχιά.
Υπάρχουν στιγμές όπου αυτή η απλότητα το φέρνει επικίνδυνα κοντά σε ένα «μεγαλωμένο» επεισόδιο της σειράς. Όμως ο Favreau ξέρει ότι η κινηματογραφική αίσθηση μπορεί να γεννηθεί από τον τρόπο που κατοικείς τον κόσμο της.
Ένα Star Wars με σκόνη πάνω του
Το πιο πετυχημένο στοιχείο της ταινίας είναι η εικόνα της. Μέταλλα που μοιάζουν χρησιμοποιημένα, καντίνες γεμάτες καπνό, πλάσματα που δεν δείχνουν σαν ψηφιακά placeholders, πλανήτες που έχουν χαρακτήρα αντί να λειτουργούν ως σκηνικά.
Το The Mandalorian and Grogu φτιάχνει ένα σύμπαν που θυμίζει την αρχική τριλογία επειδή επιστρέφει στην ίδια αίσθηση φθοράς.
Η νοσταλγία υπάρχει, αλλά δεν πνίγει την ταινία. Το φιλμ θυμίζει την παλιά γοητεία του Star Wars χωρίς να στέκεται μπροστά της με δέος. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ταινία επαναφέρει την αίσθηση ότι αυτός ο κόσμος έχει θερμοκρασία, σκόνη και κακές μυρωδιές. Σε μια εποχή όπου δημιουργοί συχνά γυαλίζουν τα πάντα μέχρι να χαθεί κάθε αντίσταση από την εικόνα, το The Mandalorian and Grogu κερδίζει επειδή αφήνει τις επιφάνειές του ατελείς.
Ένας ήρωας που δεν είναι άτρωτος
Ο Favreau στήνει τις σκηνές δράσης με έμφαση στην κούραση, στην τριβή, στο βάρος της κίνησης. Ο Din Djarin πολεμά σαν κάποιος που έχει φάει σφαίρες, έχει συρθεί με την πανοπλία του σε άμμο και μέταλλο, και ξέρει ότι κάθε σύγκρουση έχει κόστος. Αυτό δίνει στη χορογραφία μια σπάνια αίσθηση συνέπειας.
Η καλύτερη από αυτές τις σκηνές είναι η μάχη με τον Rotta the Hutt. Σε άλλη ταινία, ένας τέτοιος χαρακτήρας θα κατέληγε εύκολο αστείο ή fan-service υποσημείωση. Εδώ γίνεται αφορμή για μία από τις πιο ευρηματικές σκηνές της ταινίας που από αυτό βρίσκει χιούμορ, ένταση και ρυθμό χωρίς να γελοιοποιεί εντελώς τον χαρακτήρα.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί δείχνει ότι ο Favreau ξέρει πότε να παίξει με την παραξενιά του σύμπαντος και πότε να μην τη μετατρέψει σε φτηνή ειρωνεία.
Ο Grogu λειτουργεί επειδή υπάρχει πραγματικά μέσα στο κάδρο
Η απόφαση να δοθεί ξανά έμφαση στην puppetry και τα animatronics αποδεικνύεται καθοριστική για τον Grogu. Ο χαρακτήρας έχει χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια ως σύμβολο χαριτωμενιάς, ώστε υπήρχε ο κίνδυνος να αδειάσει τελείως ως παρουσία. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Κάθε μικρή κίνηση του κεφαλιού, κάθε βλέμμα περιέργειας, κάθε αμήχανη αντίδραση έχει αποτέλεσμα επειδή ο Grogu μοιάζει να μοιράζεται τον ίδιο χώρο με τους άλλους.
Και αυτό ενισχύει όλη τη σχέση του με τον Din. Η ταινία δείχνει το συναισθηματικό της υπόβαθρο από τον τρόπο που οι δυο τους κινούνται ο ένας γύρω από τον άλλο μέσα στη δράση, στην αναμονή, στις κωμικές παύσεις.
Η ταινία βρίσκει έτσι τη ζεστασιά της όχι μέσα από διαλόγους που εξηγούν δεσμούς, αλλά μέσα από φυσική παρουσία. Για μια σειρά χαρακτήρων που έχει ήδη δοκιμαστεί σε πολλαπλές μορφές περιεχομένου, αυτό είναι ίσως το πιο έξυπνο πράγμα που κάνει η ταινία.
Όταν η περιπέτεια αρκείται στο μέγεθός της
Το σενάριο δεν έχει ιδιαίτερες φιλοδοξίες και αυτό είναι ταυτόχρονα πλεονέκτημα και περιορισμός. Από τη μία, η ταινία αποφεύγει τη συνήθη παγίδα του Star Wars να ντύνει κάθε αποστολή με ψεύτικη ιστορική βαρύτητα. Από την άλλη, υπάρχουν σημεία όπου η αφήγηση δείχνει να βολεύεται υπερβολικά στην ελαφρότητά της, λες και αρκεί η καλή διάθεση για να καλύψει την απουσία δραματικής πίεσης.
Εκεί η ταινία φλερτάρει με την αίσθηση τηλεοπτικού επεισοδίου που απλώς απέκτησε μεγαλύτερο budget και πιο προσεγμένη παραγωγή.
Παρόλα αυτά, το βοηθητικό καστ βοηθά σημαντικά. Η Sigourney Weaver δίνει κύρος ως σκληροτράχηλη συνταγματάρχης της New Republic ενώ και τα cameos είναι τοποθετημένα με αρκετή επίγνωση ώστε να λειτουργούν ως «μπαχαρικό» και όχι ως αυτάρεσκη παρέλαση αναφορών.
Ακόμα και η πιο αλλόκοτη επιλογή, ο Martin Scorsese ως φωνή ενός τετράχειρου Ardennian μάγειρα, καταλήγει σε μία από τις πιο αστείες σκηνές της ταινίας ακριβώς επειδή αντιμετωπίζεται με απόλυτη σοβαρότητα μέσα στον κόσμο της.
Η μουσική κρατά την συνοχή όταν η αφήγηση χαλαρώνει
Ο Ludwig Göransson προσφέρει ξανά μουσική που καταλαβαίνει τι είδους ταινία υπηρετεί. Οι western αποχρώσεις, οι πιο ανοιχτές περιπετειώδεις γραμμές και η μελαγχολία που μπαίνει στις ήσυχες στιγμές είναι αυτά που δίνουν στις σκηνές το αίσθημα συνέχειας που το σενάριο δεν εξασφαλίζει πάντα μόνο του. Όταν η αφήγηση χαλαρώνει, η μουσική είναι αυτή που θυμίζει ότι η ταινία πρέπει να παραμένει σε κίνηση.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ταινία που δεν επανεφευρίσκει το Star Wars, ούτε έχει το βάρος να το κάνει, όμως μας υπενθυμίζει ότι αυτό το σύμπαν μπορεί να λειτουργήσει άψογα και χωρίς αυτοκρατορικές διακηρύξεις, αρκεί να έχει περιπέτεια, απτό κόσμο και χαρακτήρες που σε κρατούν κοντά τους.

Ακολουθήστε το XplayGR στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις εξελίξεις από τον χώρο του gaming και της ψυχαγωγίας.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις στο XplayGR.com.






























