Υπάρχουν projects που ανακοινώθηκαν, συζητήθηκαν, δημιούργησαν προσδοκίες και τελικά δεν κυκλοφόρησαν ποτέ. Το Vault 404 είναι η σειρά άρθρων που επιστρέφει σε αυτά τα χαμένα παιχνίδια, τις ακυρωμένες ταινίες και τις τεχνολογίες-φαντάσματα που έμειναν πίσω σαν απραγματοποίητες υποσχέσεις.
Μετά την ολοκλήρωση της πρίκουελ τριλογίας με την Εκδίκηση των Σιθ το 2005, ο George Lucas ένιωσε πως είχε αφηγηθεί την ιστορία της πτώσης του Anakin Skywalker, αλλά όχι την πλήρη ιστορία του γαλαξία που είχε δημιουργήσει.
Ενώ ο κινηματογραφικός φακός είχε εστιάσει στη λάμψη των Jedi και τις πολιτικές ίντριγκες της Γερουσίας, υπήρχε μια άλλη πλευρά του σύμπαντος του Star Wars που παρέμενε αθέατη: ο υπόκοσμος.
Έτσι γεννήθηκε η ιδέα για το Star Wars: Underworld, μια τηλεοπτική σειρά ζωντανής δράσης που φιλοδοξούσε να αλλάξει ριζικά τον τόνο του franchise. Ο Lucas οραματιζόταν μια παραγωγή που θα θύμιζε φιλμ νουάρ της δεκαετίας του 1940, τοποθετημένη στα χαμηλότερα επίπεδα του πλανήτη-πόλη Coruscant, μακριά από τη γυαλάδα των ουρανοξυστών και την ηθική καθαρότητα των ηρώων που γνωρίζαμε.
Η σειρά θα τοποθετούνταν χρονικά ανάμεσα στο Επεισόδιο ΙΙΙ και το Επεισόδιο IV, μια περίοδο γνωστή ως «Σκοτεινοί Καιροί», όπου η Αυτοκρατορία εδραίωνε την κυριαρχία της.
Το σενάριο θα ακολουθούσε λαθρέμπορους, εγκληματίες, μισθοφόρους και διεφθαρμένους αξιωματούχους. Ο ίδιος ο παραγωγός Rick McCallum είχε περιγράψει το ύφος της σειράς ως κάτι πολύ πιο ενήλικο και σκληρό από ό,τι είχαμε συνηθίσει, συγκρίνοντάς το συχνά με γκανγκστερικά έπη τύπου Νονός, αλλά στο διάστημα.
Ήταν μια τολμηρή προσπάθεια αποδόμησης του μύθου, όπου η επιβίωση μετρούσε περισσότερο από τα ιδανικά.
Μια συγγραφική οδύσσεια πενήντα ωρών
Αυτό που ξεχωρίζει το Star Wars: Underworld από άλλα ακυρωμένα έργα είναι το πόσο προχωρημένη ήταν η ανάπτυξή του σε επίπεδο σεναρίου.
Ο Lucas συγκέντρωσε μια ομάδα κορυφαίων συγγραφέων από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου του Ronald D. Moore, δημιουργού του ανανεωμένου Battlestar Galactica, και τους εγκατέστησε στο Skywalker Ranch για τακτικές συναντήσεις. Σύμφωνα με αναφορές, η ομάδα αυτή παρήγαγε πάνω από πενήντα ολοκληρωμένα σενάρια επεισοδίων, με τον Lucas να επιβλέπει κάθε λεπτομέρεια. Το υλικό αυτό ήταν αρκετό για να καλύψει πολλαπλές σεζόν, δημιουργώντας έναν αφηγηματικό ιστό τεράστιας πολυπλοκότητας.
Οι ιστορίες αυτές εμβάθυναν στην κοινωνική δομή του Coruscant, εξερευνώντας τη ζωή στα επίπεδα 1313 και κάτω, εκεί όπου το φως του ήλιου δεν έφτανε ποτέ. Πληροφορίες που διέρρευσαν χρόνια αργότερα έκαναν λόγο για την εμφάνιση γνωστών χαρακτήρων σε νεαρότερη ηλικία, όπως ο Han Solo και ο Lando Calrissian, καθώς και για την πρώτη γνωριμία του Chewbacca με τον μελλοντικό του σύντροφο.
Επίσης, λέγεται ότι θα βλέπαμε τις απαρχές της Αυτοκρατορικής μηχανής και τον τρόπο που ο Παλπατίν διαχειριζόταν τον υπόκοσμο για να εξυπηρετεί τους σκοπούς του. Το βάθος της γραφής ήταν τέτοιο που οι εμπλεκόμενοι περιέγραφαν το έργο ως το «Ιερό Δισκοπότηρο» του Star Wars, ένα χαμένο αριστούργημα που περίμενε τη στιγμή του.
Η τεχνολογία έγινε εμπόδιο
Παρά τον πλούτο των σεναρίων, το έργο προσέκρουσε σε έναν ανυπέρβλητο τοίχο: το κόστος. Ο George Lucas ήθελε η σειρά να έχει την οπτική ποιότητα των κινηματογραφικών ταινιών, με εκατοντάδες ψηφιακούς χαρακτήρες, πολύπλοκα περιβάλλοντα και εντυπωσιακά εφέ σε κάθε επεισόδιο.
Εκείνη την εποχή, γύρω στο 2010, η τεχνολογία της τηλεόρασης δεν μπορούσε να υποστηρίξει τέτοιες φιλοδοξίες χωρίς προϋπολογισμό που θα τίναζε την μπάνκα στον αέρα. Το κόστος ανά επεισόδιο υπολογιζόταν σε απαγορευτικά επίπεδα για τα δεδομένα της καλωδιακής τηλεόρασης της εποχής. Ο Lucas, πρωτοπόρος όπως πάντα, προσπάθησε να αναπτύξει νέες τεχνικές εικονικής παραγωγής για να μειώσει το κόστος, θέτοντας ουσιαστικά τις βάσεις για την τεχνολογία που χρόνια αργότερα θα γινόταν γνωστή ως StageCraft ή «The Volume».
Το 2012, η εξαγορά της Lucasfilm από την Disney έβαλε την οριστική ταφόπλακα στο πρότζεκτ. Η νέα διοίκηση αποφάσισε να εστιάσει τις προσπάθειές της στην αναβίωση του κινηματογραφικού franchise με το Επεισόδιο VII και να αφήσει στην άκρη τα πολύπλοκα και ακριβά πειράματα του παρελθόντος. Το Star Wars: Underworld θεωρήθηκε υπερβολικά σκοτεινό και ριψοκίνδυνο για την οικογενειακή εικόνα που ήθελε να προωθήσει η Disney στα πρώτα βήματα της νέας εποχής.
Τα σενάρια αρχειοθετήθηκαν, τα προσχέδια μπήκαν στα συρτάρια και η παραγωγή πάγωσε επ’ αόριστον, αφήνοντας πίσω της μόνο φήμες και ένα δοκιμαστικό υλικό που διέρρευσε το 2020, δείχνοντας μια ατμόσφαιρα που θύμιζε περισσότερο το Blade Runner παρά την όπερα του διαστήματος.
Αν και η σειρά δεν γυρίστηκε ποτέ, το DNA του Star Wars: Underworld διαχύθηκε σε ολόκληρο το σύγχρονο σύμπαν του franchise. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο χαρακτήρας του Saw Gerrera, του εξτρεμιστή επαναστάτη που είδαμε στο Rogue One και στο Andor.
Ο χαρακτήρας αυτός είχε δημιουργηθεί αρχικά από τον George Lucas για την ακυρωμένη σειρά και αργότερα μεταφέρθηκε στη σειρά κινουμένων σχεδίων The Clone Wars πριν κάνει το άλμα στη μεγάλη οθόνη. Η ιδέα του «βρώμικου» Star Wars, όπου η ηθική είναι γκρίζα και οι ήρωες δεν φορούν λευκά, βρήκε τελικά το δρόμο της στο Rogue One και αργότερα στην τηλεοπτική σειρά Andor, η οποία δανείστηκε πολλά θεματικά στοιχεία από το όραμα του Underworld.
Ακόμα και η τεχνολογική κληρονομιά του έργου βρήκε δικαίωση. Η τεχνολογία εικονικών σκηνικών που οραματίστηκε ο Lucas για να κάνει το Underworld βιώσιμο, τελειοποιήθηκε τελικά για τις ανάγκες του The Mandalorian, επιτρέποντας πλέον τη δημιουργία τηλεοπτικών σειρών με κινηματογραφική ποιότητα. Το Star Wars: Underworld παραμένει ίσως το πιο επιδραστικό έργο που δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας, μια φασματική παρουσία που καθόρισε την αισθητική και την αφηγηματική πορεία του Γαλαξία, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές οι ιδέες είναι πιο ανθεκτικές από τις ίδιες τις παραγωγές.
Ακολουθήστε το XplayGR στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις εξελίξεις από τον χώρο του gaming και της ψυχαγωγίας.
Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις στο XplayGR.com.






























